Σχέσεις Λογοτεχνίας και Ιστορίας
|
Στις εξετάσεις του Ιουνίου 2003, στο μάθημα της Νέας
Ελληνικής Φιλολογίας (Στ΄ εξάμηνο
Ιστορικού - Αρχαιολογικού),
με καθηγήτρια την κ. Μ. Μαντουβάλου, ένα από τα θέματα
ζητούσε να αναλυθούν οι σχέσεις μεταξύ Ιστορίας και
Λογοτεχνίας. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί, μέσες -
άκρες, την απάντηση του γράφοντος στο θέμα αυτό.
|
Κατά την ταπεινή μου άποψη, τα ιστορικά
γεγονότα αντανακλώνται στη λογοτεχνία, όπως ακριβώς το θέτει
και το ζήτημα. Μια τέτοια σχέση θα μπορούσε να ονομαστεί
"ιστορική γεωγραφία". Ένα παράδειγμα θα μας βοηθούσε
να αντιληφθούμε τι σημαίνει ο όρος.
Αν, ως ιστορικοί, προσπαθήσουμε να ανασυνθέσουμε τη νοοτροπία
και τα κίνητρα που ώθησαν την αμερικανική άρχουσα τάξη της
περιόδου του μεσοπολέμου να έχει τη συγκεκριμένη πολιτική
συμπεριφορά (αύξηση καπιταλιστικών συμπεριφορών, θεοποίηση
του κέρδους με ό,τι αυτό συνεπάγεται - βλέπε κραχ), καλές
οι πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές της αμερικανικής
ιστορίας. Δε νομίζω, όμως, ότι θα ήταν δόκιμο να αγνοήσουμε
και την "έντεχνη" μαρτυρία ενός θύματος τραγικού
του μεσοπολέμου, του Κώστα Καρυωτάκη, όπως αυτή αποτυπώνεται
στο ποίημα "Το Άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον
κόσμο" και περιλαμβάνεται στην τρίτη και σημαντικότερη
ποιητική συλλογή του, "Ελεγεία και Σάτιρες", που
εκδόθηκε το 1928. (1)
Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα, το υπερούσιο μέταλλό σου
Λευτεριά, λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια (2)
κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Gray (3).
Λευτεριά, λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε.
Και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.
Για να δώσει ο ίδιος ποιητής, σε ένα άλλο ποίημα της ίδιας
συλλογής, μόνος του την απάντηση - απόγνωση:
Εγώ τα μάρανα τα ρόδα
εγώ το σώπασα τ' αηδόνι.
Μα η συγνεφιά με πνίγει τώρα
Ω, πέστε μου, πού ξημερώνει;
Φοβάμαι ότι, μάλλον, θα αργήσει να ξημερώσει.
Θα αργήσει "να κάνει ξαστεριά". Θ' αργήσει για
τον Χαράλαμπο Γιάγκου, τον ιερέα απ' το Τριμίθι Κυρηνείας.
Θ' αργήσει και για τον Παλαιστίνιο της Δυτικής Όχθης και
της Λωρίδας της Γάζας, που απέναντι σε μαχητικά ελικόπτερα
εκείνος γεμίζει με πέτρες τη σφεντόνα του. Θ' αργήσει και
για τον Ιρακινό λαό που βγαίνει το πρωί από τα σπίτια του
για να αντικρίσει "ανθρωπιστικά" τανκ να του φράζουν
το δρόμο.
Και, μια που η κουβέντα τό 'φερε στο Ιράκ, και, επειδή το
θέμα μας είναι η σχέση Λογοτεχνίας και Ιστορίας, θα ήθελα
να αναφέρω κάτι που διάβασα στο τελευταίο τεύχος του National
Geographic (4). Μιλώ
για τη δολοφονία της Ιστορίας που έλαβε χώρα στο "ανθρωπιστικά"
κατεχόμενο Ιράκ και, πιο συγκεκριμένα, στο Μουσείο της Βαγδάτης.
Κάποιοι, ακόμη μια φορά λογάριασαν "πόσα δολάρια κάνει"
η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, τα μνημεία της πανανθρώπινης
Ιστορίας. Ανεκτίμητα κειμήλια χιλιετιών εκλάπησαν ή καταστράφηκαν
ολοσχερώς: ένα κρανίο Neanderthal, το μοναδικό σε ολόκληρη
τη Δυτική Ασία, ηλικίας 50.000 ετών. Επιγραφές με σφηνοειδή
γραφή, ηλικίας 12.000 ετών. Κοσμήματα, αγάλματα, ειδώλια,
οστά. Χάθηκαν όλα. Ένα ανεκτίμητο κομμάτι της ιστορίας του
ανθρώπου καταστράφηκε ή συλήθηκε και κανενός δεν καίγεται
καρφί.
Και πάλι θα επικαλεστώ τον Καρυωτάκη:
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω! Τόσο
που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος
να κυλήσω και να φτάσω! Κανάγιες!
Και θα κλείσω με ένα ποίημα , του αγαπημένου
μου ποιητή, του Διονυσίου Σολωμού (5),
γραμμένο για τις τύψεις που νιώθει κάθε δολοφόνος μετά το
αποτρόπαιο έγκλημά του (δε γνωρίζω αν ο ποιητής είχε κατά
νου τους φονιάδες των λαών και της ανθρώπινης ιστορίας):
Έτσι ο φονιάς που κρίματα έχει πλήθια,
σα φτάσει να του κλείσει ύπνος το μάτι,
βγαίνουν μαζί και του πατούν τα στήθια
οι κρυφά σκοτωμένοι, αίμα γιομάτοι.
Δικαιώτατα κράζοντας βοήθεια,
πετιέται εκείνος οχ το γυμνό κρεβάτι.
Κι έχει τόση μαυρίλα ο λογισμός του
που με μάτια ανοιχτά τους βλέπει ομπρός του.
|